*

Διαφήμιση

Αποστολέας Θέμα: ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ:ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΗ  (Αναγνώστηκε 1301 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Συνδεδεμένος ANHSYXOS

  • Hero Member
  • *****
    • ΠΕ Νοσηλευτικής
    • Δευτεροβ. Εκπαίδευση
Θ Ε Μ Α: «Διευκρινίσεις σχετικά με τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος γονέων, συζύγων και
αδελφών αναπήρων (αρθρ. 37 ν. 3996/2011, άρθρο 26, παρ. 8 Ν. 4075/2012).»
Σχετ: α) Οι με αριθ. 70/2011, 23/2012, και 44/2012 εγκύκλιοι.
β) Το με αριθ. Σ40/88/16.3.2012 Γενικό έγγραφο.

Με τα ανωτέρω σχετικά, κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρ. 37 του ν. 3996/2011
και του άρθρο 26, παρ. 8 Ν. 4075/2012, με τις οποίες αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις της
παρ. 4 του άρθρ. 5 του ν. 3232/2004 και δόθηκαν ερμηνευτικές οδηγίες.
Η διάταξη του άρθρ. 37 του ν. 3996/2011, που εφαρμόζεται και καταλαμβάνει τις
αιτήσεις συνταξιοδότησης που κατατέθηκαν από 5.8.2011 και μετά (εγκ. 23/14.3.2012),
θεσπίστηκε για την προστασία των ατόμων με αναπηρία, γι’ αυτό προβλέπει τη δυνατότητα
συνταξιοδότησης με ιδιαίτερα ευνοϊκές προϋποθέσεις, κατά παρέκκλιση από το γενικό
νομοθετικό πλαίσιο, ενώ παράλληλα στοχεύει στην ελαχιστοποίηση των περιπτώσεων
καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού, ώστε να εφαρμόζεται αποκλειστικά σε
περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχει πραγματική ανάγκη στήριξης και προστασίας.
Με γνώμονα τον ανωτέρω σκοπό της νέας διάταξης, θα πρέπει τα ασφαλιστικά
όργανα και εν προκειμένω οι υπηρεσίες απονομής συντάξεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ να ελέγχουν με
κάθε πρόσφορο μέσο την συνδρομή και την πληρότητα των προϋποθέσεων που
απαιτούνται σε κάθε περίπτωση, τόσο των γενικών όσο και των ειδικών.
Για διευκόλυνσή σας, παραθέτουμε το σύνολο των προϋποθέσεων
συνταξιοδότησης, με συμπληρωματικές διευκρινίσεις επί συγκεκριμένων θεμάτων σχετικά με
τη συνταξιοδότηση γονέων, συζύγων και αδελφών αναπήρων, σύμφωνα και με το με αριθ.
Φ80000/12815/891/10.9.2012 έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης &
Πρόνοιας.
Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ
1. Με τη διάταξη του άρθρου 37 του Ν. 3996/2011 (εγκύκλιος 70/2011), παρέχεται
δικαίωμα συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, σε ασφαλισμένους σε φορείς κύριας και
επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και
Πρόνοιας, ανεξάρτητα από όριο ηλικίας και ημερομηνία της υπαγωγής τους στην
ασφάλιση, με την ιδιότητά τους ως γονέων, συζύγων ή αδελφών ανάπηρων, εφόσον
έχουν πραγματοποιήσει 7.500 ημέρες εργασίας (με χρόνο πραγματικής ή προαιρετικής
ασφάλισης) και κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για συνταξιοδότηση δεν
έχουν καταστεί συνταξιούχοι οποιουδήποτε ασφαλιστικού φορέα κύριας ασφάλισης ή του
Δημοσίου. Άλλωστε η διάταξη αυτή, όπως ρητά διατυπώνεται στην παρ. 1, δεν παρέχει το
δικαίωμα δεύτερης συνταξιοδότησης. Το δικαίωμα ασκείται διαζευκτικά από τον ένα γονέα
ή, στην περίπτωση των αδελφών, από τον ένα/μία αδελφό/-ή σε ένα φορέα κύριας και σε
έναν φορέα επικουρικής ασφάλισης.

2. Στην περ. ε του άρθρου 37 της παρ. 1 του Ν. 3996/2011 προβλέπεται η αναστολή
καταβολής της σύνταξης που χορηγείται σε γονέα, αδελφό ή σύζυγο αναπήρου λόγω
ανάληψης εργασίας (εξαρτημένης ή αυτοτελούς) του ανάπηρου ατόμου για όσο χρόνο
ασκεί αυτή τη δραστηριότητα και επαναχορήγησή της μετά τη διακοπή της εργασίας του
αναπήρου.
Ωστόσο δυνατότητα ανάκλησης της συνταξιοδοτικής απόφασης προκειμένου να
είναι δυνατή η εκ νέου συνταξιοδότηση του ασφαλισμένου με άλλες διατάξεις ΙΚΑ-ΕΤΑΜ
δεν υπάρχει. Και τούτο διότι οι νόμιμες διοικητικές πράξεις και δη οι νόμιμες συνταξιοδοτικές
αποφάσεις, δεν ανακαλούνται, παρά μόνον λόγω αλλαγής της νομοθεσίας ή της
νομολογίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Η συγκεκριμένη διάταξη είναι ιδιαιτέρως ευνοϊκή
και προβλέπει, μετά τη διακοπή της εργασίας του αναπήρου, τη δυνατότητα
επαναχορήγησης της σύνταξής που είχε ανασταλεί, διασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο το
συνταξιούχο εφ΄όρου ζωής.
Β. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ:
Επιπλέον, εκτός των γενικών προϋποθέσεων που ισχύουν για όλες τις καλυπτόμενες
κατηγορίες, θα πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά και οι εξής προϋποθέσεις:
1. Σύζυγος αναπήρου
Υπενθυμίζεται ότι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης του
συζύγου με τις συγκεκριμένες διατάξεις θα πρέπει:
. ο ανάπηρος σύζυγος να φέρει ιατρικό ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 80% και να
μην εργάζεται (είτε ως μισθωτός είτε ως αυτοαπασχολούμενος)
. ο γάμος να έχει διαρκέσει τουλάχιστον 10 έτη και να μην έχει λυθεί. Διευκρινίζεται ότι,
επειδή τα πρόσωπα που συνάπτουν σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, σύμφωνα με τις
διατάξεις του Ν. 3719/2008, δεν θεωρούνται μέλη οικογένειας κατά το άρθρο 33 του ΑΝ
1846/51 (σύζυγοι) (βλ. Γνωμ. Νομ. Συμβουλίου του Κράτους 258/2010, εγκ. 68/2009), δεν
υφίσταται δυνατότητα συνταξιοδότησης αυτών των προσώπων με τη διάταξη του άρθρου
37 του Ν. 3996/2011. Επίσης, για τον ίδιο λόγο δεν είναι επιτρεπτός συνυπολογισμός του
χρονικού διαστήματος ελεύθερης συμβίωσης στη δεκαετία έγγαμης συμβίωσης, στην
περίπτωση που έχει προηγηθεί του γάμου περίοδος συμβίωσης με τον τύπο των διατάξεων
του Ν. 3719/2008.
2. Γονέας αναπήρου
Υπενθυμίζεται ότι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του γονέα για τη
συνταξιοδότησή του με τις συγκεκριμένες διατάξεις θα πρέπει:
α. το τέκνο να είναι ανάπηρο με ποσοστό 67% και άνω, άγαμο, να μην εργάζεται και να
μη νοσηλεύεται σε ίδρυμα με δαπάνη ασφαλιστικού ή άλλου δημόσιου φορέα
β. ο έτερος γονέας
. να εργάζεται
. να έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον 2.400 ημέρες ή 8 έτη πραγματικής ασφάλισης
σε φορείς κύριας ασφάλισης ή/και το δημόσιο, εκ των οποίων οι 600 ημέρες ή τα 2
έτη να έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία 4 χρόνια. Στο χρόνο αυτό
συνυπολογίζεται και ο χρόνος που έχει πραγματοποιηθεί στην ασφάλιση κάθε
άλλου κράτους-μέλους της Ε.Ε., καθώς και ο χρόνος που έχει διανυθεί σε τρίτη
χώρα, με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει διμερή συμφωνία Κοινωνικής Ασφάλισης.
. να έχει υποβάλει υπεύθυνη δήλωση προς τον ασφαλιστικό του/της φορέα ή τους
φορείς που είναι ασφαλισμένος/-η ότι δεν έχει ασκήσει, ούτε θα ασκήσει στο μέλλον
το δικαίωμα συνταξιοδότησης με τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής.
. να μη λαμβάνει και να μην έχει θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης από
οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το δημόσιο.
Η αληθινή έννοια της προϋπόθεσης περί μη θεμελίωσης συνταξιοδοτικού
δικαιώματος του έτερου γονέα (κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης
συνταξιοδότησης του γονέα που ασκεί το δικαίωμα) είναι αυτός να μην έχει δικαίωμα να
λάβει πλήρη ή μειωμένη σύνταξη με τη συμπλήρωση του απαιτούμενου ορίου ηλικίας
σε κάθε περίπτωση, και όχι απλώς να έχει κατοχυρώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Στις περιπτώσεις όπου ο ασφαλιστικός φορέας του έτερου γονέα ή το Δημόσιο δεν
χορηγούν για οποιοδήποτε λόγο βεβαίωση περί μη θεμελίωσης συνταξιοδοτικού
δικαιώματος, θα πρέπει ο έλεγχος της πλήρωσης αυτής της προϋπόθεσης να γίνεται με
κάθε δυνατό τρόπο, καθόσον το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως αρμόδιος φορέας να ελέγξει τις
προϋποθέσεις και να απονείμει σύνταξη, υποχρεούται (σε κάθε περίπτωση) να αναζητεί
οποιοδήποτε στοιχείο αξιολογεί ως κρίσιμο.
Στις περιπτώσεις, λοιπόν, που υπάρχει αμφιβολία είναι δυνατόν να ζητηθεί βεβαίωση
του ασφαλιστικού φορέα ή του Δημοσίου καθώς και υπεύθυνη δήλωση του ίδιου σχετικά με
το χρόνο ασφάλισής του σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο,
πραγματικό, πλασματικό ή και από αυτασφάλιση.
Μόνο όταν είναι πασιφανές ή αυταπόδεικτο (λ.χ. λίγα έτη ασφάλισης ή το νεαρό της
ηλικίας) ότι ο έτερος γονέας δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να έχει θεμελιώσει (συμπλήρωση
ορίου ηλικίας και του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης) συνταξιοδοτικό δικαίωμα για
πλήρη ή μειωμένη σύνταξη με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, δεν απαιτείται σχετική
βεβαίωση του φορέα ασφάλισής του ή από το Δημόσιο.

Εξ άλλου, ως προς το δικαίωμα άσκησης του δικαιώματος συνταξιοδότησης
με την εν λόγω διάταξη στην περίπτωση λύσης του γάμου των γονέων με αμετάκλητη
δικαστική απόφαση, στην περίπτωση που κατά την αίτηση συνταξιοδότησης το ανάπηρο
τέκνο είναι:
α) ανήλικο, το δικαίωμα ασκείται από τον γονέα που έχει την επιμέλεια με αμετάκλητη
δικαστική απόφαση (και όχι κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των πρώην συζύγων συνεπεία
συναινετικού διαζυγίου).
β) ενήλικο, το δικαίωμα ασκείται από τον γονέα που είχε την επιμέλεια όσο το παιδί ήταν
ανήλικο, εφόσον η λύση του γάμου επήλθε πριν την ενηλικίωσή του. Στην περίπτωση όμως
που η λύση του γάμου επήλθε μετά την ενηλικίωση του παιδιού, το δικαίωμα ασκείται από
έναν από τους δύο γονείς κατόπιν δικής τους συμφωνίας και εφόσον τηρούνται όλες οι
προϋποθέσεις που τίθενται στη παρούσα διάταξη.
Σε περίπτωση που το ανάπηρο ενήλικο τέκνο έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση
λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας, το δικαίωμα
ασκείται από το γονέα που έχει οριστεί δικαστικός συμπαραστάτης.
Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις του ανωτέρω εγγράφου του Υπουργείου Εργασίας,
Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, για τις ανωτέρω περιπτώσεις διαζυγίου και δικαστικής
συμπαράστασης, καθώς και για εκείνες κατά τις οποίες υφίσταται εγκατάλειψη της
συζυγικής στέγης από τον έτερο γονέα, χωρίς να υπάρχει λύση του γάμου με αμετάκλητη
δικαστική απόφαση, όπως και στην περίπτωση την οποία ο έτερος γονέας έχει αποβιώσει,
δεν εξετάζεται η πλήρωση προϋποθέσεων στο πρόσωπό του (συγκεκριμένος χρόνος
ασφάλισης, εργασία, υπεύθυνη δήλωση περί μη άσκησης του δικαιώματος
συνταξιοδότησης με τη παρούσα διάταξη, μη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος από
τον φορέα ασφάλισής του ή το Δημόσιο).
Ωστόσο, στην περίπτωση εγκατάλειψης της συζυγικής στέγης, το βάρος της
απόδειξης αυτού του γεγονότος ανήκει στο γονέα που ασκεί το δικαίωμα
συνταξιοδότησης με την εν λόγω διάταξη. Επαρκές αποδεικτικό στοιχείο θεωρείται η
δικαστική απόφαση με την οποία αφαιρείται η γονική μέριμνα του ανήλικου ανάπηρου
τέκνου από τον έτερο γονέα σύμφωνα με τα άρθρ. 1531 επ. του Α.Κ.. Εάν δεν υπάρχει αυτό
το στοιχείο, θα πρέπει να ζητείται και να προσκομίζεται οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό της
εγκατάλειψης στοιχείο. Επισημαίνεται ότι θα πρέπει να επιδεικνύεται η μέγιστη προσοχή κατά
τον έλεγχο άλλων αποδεικτικών στοιχείων που επικαλούνται οι ενδιαφερόμενοι, προκειμένου
να αποτραπεί καταστρατήγηση του νόμου με την παράκαμψη της συνδρομής των ειδικών
προϋποθέσεων στο πρόσωπο του έτερου γονέα.

3. Αδελφός αναπήρου
α) Υπενθυμίζεται ότι ο αδελφός που ζητεί να συνταξιοδοτηθεί με αυτές τις διατάξεις
πρέπει να έχει οριστεί δικαστικός συμπαραστάτης λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής
ή λόγω σωματικής αναπηρίας του ανάπηρου αδελφού, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση
τουλάχιστον για μία πενταετία πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης
συνταξιοδότησης. Εάν μετά τη συνταξιοδότηση του αδελφού παύσει για οποιονδήποτε
λόγο η δικαστική συμπαράσταση, η σύνταξη διακόπτεται από την ημερομηνία αυτή, ενώ η
επαναχορήγησή της προϋποθέτει την πλήρωση εκ νέου όλων των προϋποθέσεων της
παρούσας διάταξης.
Επισημαίνεται ότι εφ’ όσον ο ασφαλισμένος αδελφός που ζητεί τη σύνταξη έχει
οριστεί δικαστικός συμπαραστάτης, δεν απαιτείται αθροιστικά να συνοικεί με τον ανάπηρο
αδελφό ή να τον βαρύνει οικονομικά. Η προϋπόθεση αυτή εξετάζεται μόνο στις
περιπτώσεις που δεν έχει την ιδιότητα του δικαστικού συμπαραστάτη ή που δεν έχει διανυθεί
ο απαραίτητος χρόνος της πενταετίας πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης
συνταξιοδότησης. Η απόδειξη της συνοίκησης και της οικονομικής επιβάρυνσης βαρύνουν
τον αδελφό που ζητεί να συνταξιοδοτηθεί και γίνεται με τα έντυπα Ε1 της δήλωσης
φορολογίας εισοδήματος που υπέβαλε αυτός κατά τα 5 οικονομικά έτη που προηγούνται
του έτους υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.
β) Ο ανάπηρος αδελφός πρέπει (κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης
συνταξιοδότησης του αδελφού του) να είναι ανάπηρος με ποσοστό τουλάχιστον 67%,
άγαμος, να μην εργάζεται, να μη νοσηλεύεται σε ίδρυμα με δαπάνη ασφαλιστικού ή άλλου
δημόσιου φορέα και, στην περίπτωση που δεν έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση από
τον αδελφό του, πρέπει να συνοικεί αποδεδειγμένα και να βαρύνει οικονομικά τον αδελφό
που θα συνταξιοδοτηθεί, για τουλάχιστον μία 5ετία από την ημερομηνία υποβολής της
αίτησης συνταξιοδότησης.
Εάν ο ανάπηρος αδελφός υποχρεούται να υποβάλλει ξεχωριστή φορολογική δήλωση
(επειδή, π.χ., κατέχει κάποιο ακίνητο ή κινητό περιουσιακό στοιχείο ή παρουσιάζει
εισοδήματα), το στοιχείο της οικονομικής επιβάρυνσης του αδελφού του μπορεί να
διασταυρωθεί και να αποδειχθεί με αυτή καθώς και με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο,
εκτός των μαρτύρων. Το στοιχείο αυτό λειτουργεί συμπληρωματικά προς τη δήλωση του
αιτούντος τη σύνταξη αδελφού, με την έννοια ότι από τη διασταύρωση των δηλώσεων
μπορεί να εξαχθεί ασφαλέστερο συμπέρασμα περί της οικονομικής επιβάρυνσής του, η
οποία όμως δεν έχει την έννοια της κύριας συντήρησης του ανάπηρου αδελφού.

Εάν μετά τη συνταξιοδότηση του αδελφού παύσει η συνοίκηση, η σύνταξη
διακόπτεται από την ημερομηνία αυτή, ενώ η επαναχορήγησή της προϋποθέτει την
πλήρωση εκ νέου όλων των προϋποθέσεων της παρούσας διάταξης.
γ) Σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 26 του Ν. 4075/2012, με την οποία
αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν.
3232/2004, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυσε με το άρθρο 37 του Ν. 3996/2011, κατά το
χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, οι δύο αδελφοί πρέπει να είναι ορφανοί
αμφοτεροπλεύρως ή, εάν ο ένας γονέας βρίσκεται στη ζωή, πρέπει ή να έχει συμπληρώσει
το 75ο έτος της ηλικίας του ή να είναι ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω.
Με την εγκύκλιο 44/2012 είχε κοινοποιηθεί η διάταξη αυτή και μετά τις οδηγίες του
Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας διευκρινίζεται ότι στην
περίπτωση που και οι δύο γονείς των αδελφών βρίσκονται στη ζωή, θα πρέπει αμφότεροι
να φέρουν ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω ή να έχουν συμπληρώσει το 75ο έτος της
ηλικίας τους.
Δεδομένου ότι η ως άνω διάταξη ισχύει από τη δημοσίευσή της στο ΦΕΚ, δηλαδή
από 11.4.2012, καταλαμβάνει τις περιπτώσεις αιτήσεων συνταξιοδότησης που είτε έχουν
κατατεθεί από11.4.2012 και μετά είτε βρίσκονταν σε εκκρεμότητα την ημερομηνία αυτή σε
οποιοδήποτε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας. Για τις προαναφερθείσες περιπτώσεις
καθώς για εκείνες που τυχόν έχουν απορριφθεί (οι οποίες πρέπει πλέον να αντιμετωπιστούν
σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 26 του Ν. 4075/2012 έπειτα από αίτηση-όχληση ή
κατόπιν οίκοθεν επανεξέτασης), η έναρξη των οικονομικών αποτελεσμάτων τοποθετείται
στις 11.4.2012.
Γ. ΛΟΙΠΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ – ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης στο ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ), τους
χρόνους που λαμβάνονται υπ’όψη και το ποσό της σύνταξης, ισχύουν τα αναφερόμενα
στην εγκύκλιο 70/2011, ενώ δεν ισχύει τυχόν αντίθετη ή διαφορετική οδηγία που τυχόν είχε
περιληφθεί στην εγκύκλιο αυτή.
Εκτός των όσων έχουν ήδη αναφερθεί στην ανωτέρω εγκύκλιο ως προς τις ενέργειες
των υποκαταστημάτων, επισημαίνεται ότι θα πρέπει επιπλέον να αποστέλλονται με ετήσια
λήξη στη Μηχανογράφηση τα Δελτία Αναγγελίας Νέων Συνταξιούχων από τα Κέντρα
Πληρωμών Συντάξεων, ώστε να επανεξετάζεται κάθε χρόνο η συνταξιοδότηση των
προσώπων αυτών και να αναζητούνται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, δεδομένου ότι η
συνταξιοδότηση με τις εν λόγω διατάξεις τελεί υπό την αίρεση συνδρομής ορισμένων
ειδικών προϋποθέσεων, ( όπως λ.χ. να μην εργάζεται το ανάπηρο άτομο, η μη διακοπή
της συντήρησης και συνοίκησης, η μη άρση του στοιχείου της δικαστικής
συμπαράστασης), όχι μόνον κατά την χορήγησή της αλλά και κατά τη διάρκειά της.
Επίσης στην περίπτωση που έχει απορριφθεί αίτηση συνταξιοδότησης με τις εν
λόγω διατάξεις εξαιτίας τυχόν διαφορετικής ερμηνείας τους, είναι επιτρεπτή η επανεξέτασή
της οίκοθεν ή κατόπιν αίτησης-όχλησης από τους ενδιαφερόμενους. Τα οικονομικά
αποτελέσματα είναι δυνατό να ανατρέξουν στην ημερομηνία κατάθεσης της αρχικής τους
αίτησης (οπωσδήποτε όμως σε χρόνο μετά την ισχύ των διατάξεων, κατά τα ανωτέρω),
επειδή απαιτείται ανάκληση (εξαφάνιση) της απορριπτικής απόφασης, οπότε παραμένει
υπό νέα κρίση η αρχική αίτηση.
Τέλος, με το παρόν καλύπτονται και οι περιπτώσεις που είχαν τεθεί υπ’ όψη της
Διοίκησης από τα Υποκαταστήματα Ν. Ιωνίας (σχετ. α.π. 3895/24.5.2012) και Ιωαννίνων
(σχετ. α.π.: Σ/598/1.2.2012).