*

Διαφήμιση

Αποστολέας Θέμα: Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ-ΔΙΟΙΚ.ΠΟΙΝ.ΔΙΚΑΙΟ-ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ  (Αναγνώστηκε 3954 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος ANHSYXOS

  • Hero Member
  • *****
    • ΠΕ Νοσηλευτικής
    • Δευτεροβ. Εκπαίδευση
Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ

Ο ορισμός του δημοσίου υπαλλήλου υπήρξε κατά το παρελθόν αντικείμενο πολλαπλών συζητήσεων και αμφισβητήσεων. Ο αρχικός ορισμός στην ελληνική επιστήμη, διατυπώθηκε από τον καθηγητή Θ. Αγγελόπουλο («Δίκαιο των Πολιτικών υπαλλήλων εν Ελλάδι» 1923). Το άρθρο 1 του Υπαλληλικού κώδικα του 1951 (ν.1811/51) όρισε τον δημόσιο υπάλληλο υιοθετώντας τον θεωρητικό ορισμό του καθηγητή «Δημόσιοι υπάλληλοι είναι τα έμμεσα, έμμισθα όργανα του κράτους, τα διατελούντα εν προαιρετική, αμέσου υπηρεσιακή και πειθαρχική προς αυτό σχέση».
Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι έμμεσα α) όργανα του κράτουςβ), τα φυσικά εκείνα πρόσωπα, τα οποία παρέχουν τις έμμισθεςγ) υπηρεσίες τους στα δημόσια νομικά πρόσωπα και συνδέονται προς αυτά με ειδική νομική σχέση, που συνήφθει προαιρετικάδ) και συνεπάγεται ιεραρχική εξάρτησηε) και πειθαρχική ευθύνηστ) ενώ διέπεται αποκλειστικά ή εν μέρει από ειδικούς κανόνες διοικητικού δικαίου.
Με τον τρόπο αυτό καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε η έννοια του δημοσίου υπαλλήλου και ένας ιδιαίτερος κλάδος δικαίου, το δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο, που ρυθμίζει τη γενικότερη υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων, οι διατάξεις του οποίου έχουν περιληφθεί στον Υπαλληλικό Κώδικα.
Στις διατάξεις του υπαλληλικού Κώδικα υπάγονται οι πολιτικοί διοικητικοί υπάλληλοι του κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως τούτο υπαγορεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 2 § 1 του νέου Υπαλληλικού Κώδικα, Ν. 3528/2007.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι τα έμμεσα, έμμισθα όργανα του κράτους, που διατελούν σε προαιρετική άμεση υπηρεσιακή και πειθαρχική προς αυτό σχέση.
Η υπαλληλική ιδιότητα κτάται όταν διορίζεται κάποιος σε θέση υπαρκτή, ακολουθώντας την διαδικασία των άρθρων 11 έως 18, στο οποίο αναφέρεται η κατάρτιση της υπαλληλικής σχέσης με τον διορισμό και την αποδοχή, η οποία δηλώνεται με την ορκωμοσία.
Υπάλληλοι με ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, όπως επίσης και υπάλληλοι των ΟΤΑ α΄και β΄ βαθμού υπάγονται παράλληλα με το Υπαλληλικό Κώδικα στις ειδικές για αυτούς διατάξεις, του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν3463/2006) και Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (π.δ 30/1996) αντίστοιχα.
Οι μοναδικοί αποδέκτες του πειθαρχικού δικαίου είναι οι stricto sensu δημόσιοι υπάλληλοι και το πειθαρχικό δίκαιο ανάγει τον λόγο ύπαρξής του στην προστασία της ορθής και νόμιμης λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας-σε συνδυασμό με την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του πειθαρχικώς διωκόμενου υπαλλήλου- με απώτατο κοινό παρονομαστή το δημόσιο συμφέρον, διαφοροποίηση ουσίας ανάμεσα στο διοικητικό δίκαιο και στο ποινικό δίκαιο ως προς την έννοια του υπαλλήλου.
  Στο διοικητικό δίκαιο το ενδιαφέρον στρέφεται στην εσωτερική σχέση μεταξύ του αρμοδίου κρατικού οργάνου για την κατάρτιση της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης με ορισμένο πρόσωπο και τα ανακύπτοντα εκ της σχέσεως προβλήματα να επηρεάσουν και την ύπαρξη της υπαλληλικής ιδιότητας.
  Αντίθετα στο ποινικό δίκαιο και με βάση το άρθρο 13 στοιχ. α΄του Π.Κ. (όπου ορθά επισημαίνεται ότι η ίδια η διατύπωση του άρθρου κάνει λόγο για ανάθεση της άσκησης υπηρεσία και όχι για διορισμό, διαφοροποιώντας έτσι τις δύο κατηγορίες), υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Από την διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ, που σκοπό έχει την προστασίας του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α΄ και 263Α του Π.Κ. και απαιτούνται:
1) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας  του υπαλλήλου.
2) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση της παράβασης καθήκοντος της υπηρεσίας.
3) σκοπός, να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον παράνομη, υλική ή ηθική ωφέλεια, χωρίς να είναι απαραίτητη και η επίτευξη.
Συνεπώς ενδιαφέρει περισσότερο η εξωτερική σχέση του υπαλλήλου προς την υπηρεσία, δηλαδή η άσκηση ορισμένης υπηρεσίας και έτσι οι ενέργειες του αφορούν την ίδια την υπηρεσία ως ενέργειες των οργάνων της. Με αποτέλεσμα η ουσιαστική νομιμότητα του διορισμού ενός υπαλλήλου να μην αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο για την ύπαρξη της έννοιας του υπαλλήλου κατά το ποινικό δίκαιο.